Το κάψιμο του Ιούδα, Πασχαλινό έθιμο της Ασίνης

0
200
- Advertisement -

Η Ασίνη είναι το μοναδικό χωριό της Αργολίδας που διατηρεί σήμερα το «κάψιμο του Γιούδα», γραφικό λαμπριάτικο έθιμο. Το έθιμο τούτο, που το θυμάται από τα παιδικά του χρόνια και ο γεροντότερος Ασιναίος, είναι γνωστό και από άλλες ελληνικές περιοχές, αποτελεί μια θεαματική λαϊκή τελετή, που εντάσσεται στις εορταστικές εκδηλώσεις της ανοίξεως και του Πάσχα. Ενώ όμως έχουμε σχετικές περιγραφές από άλλα ελληνικά χωριά,δεν υπάρχει καταγραφή του εθίμου της Ασίνης. Αξίζει, λοιπόν, να περιγράψουμε την ιδιόμορφη τούτη γιορτή, που παλαιότερα είχε μεγάλη αίγλη, να δούμε τα κύρια χαρακτηριστικά της, την καταγωγή της και, τέλος, να επιχειρήσουμε μια γενικότερη ερμηνεία της.

- Advertisement -

Μόνο το κάψιμο του Ιούδα διαφοροποιεί λαογραφικά την Ασίνη από τ’ άλλα χωριά του αναπλιώτικου κάμπου. Είναι δε χαρακτηριστικό πως, ενώ τα γειτονικά: Τσέλο, Λευκάκια, Δρέπανο – εκτός του Τολού που έχει κρητική προέλευση – προσπάθησαν κατά καιρούς να μιμηθούν το έθιμο τούτο της Ασίνης, δεν μπόρεσαν να το σταθεροποιήσουν και να το διατηρήσουν πάνω από 3-5 χρόνια.

Η Μεγάλη Σαρακοστή ήταν για τους Ασιναίους περίοδος πολύ κοπιαστική. Μετά τις γιορτές της Αποκριάς, άρχιζαν οι δουλειές των ξωμάχων στ’ αμπέλια και στα περιβόλια. Έπρεπε να περιποιηθούν τ’ αμπέλι, να ξεβοτανίσουν το σιτάρι, να φυτέψουν τα ζαρζαβατικά, αναμένοντας τη σοδειά του καλοκαιριού. Έτσι η μεγάλη γιορτή της Λαμπρής ήταν μια ανάπαυλα μέσα στον ανοιξιάτικο μόχθο.

Τα παιδιά, ιδιαίτερα, άρχιζαν τις προετοιμασίες τους από νωρίς, πριν από τις σχολικές διακοπές. Έπρεπε να προμηθευτούν από τ’ Ανάπλι βεγγαλικά, τρακατρούκες και, πριν απ’ όλα, μπαρούτη, να ετοιμάσουν τα βαρελότα και τις ρουσιέτες. Αυτά απαιτούσαν λεπτή τεχνική, στην οποία επιδίδονταν κυρίως οι έφηβοι και οι άντρες. Τα παιδιά περιορίζονταν στα «κλειδιά», που τα γέμιζαν με μπαρούτη και προκαλούσαν έτσι έκρηξη, χτυπώντας τα με μια πρόκα.

Κέντρο όμως και αποκορύφωμα αυτής της πολεμικής προετοιμασίας ήταν η κατασκευή του ομοιώματος του Ιούδα και η «εκτέλεσή του». Οι νέοι τον φιλοτεχνούσαν με μεράκι, ενώ οι μεγάλοι ετοίμαζαν την πανοπλία τους για την ώρα της εκτελέσεώς του. Οι γιορτές άρχιζαν το βράδυ της Κυριακής των Βαΐων, όταν ακούονταν, δειλά, οι πρώτες εκπυρσοκροτήσεις με την είσοδο του Νυμφίου, και τελείωναν με τον εσπερινό της Αγάπης, ανήμερα τη Λαμπρή με τις οδομαχίες.

Η κυρίως γιορτή περιείχε παλαιότερα τρία στάδια: 1ο Το φτιάξιμο του Ιούδα μέσα στον αχυρώνα. 2ο Την περιφορά του με το κάρρο μέσα στο χωριό και το στήσιμό του πάνω στο ικρίωμα και 3ο το κάψιμό του και το γενικό πόλεμο, μικρών και μεγάλων. Τη φροντίδα για το ομοίωμα του Ιούδα την είχαν 8-10 παιδιά, ηλικίας 16-18 χρονώ, καμμιά φορά και μικρότερα. Αφού συνεννοούνταν από τις αρχές της Μεγαλοβδομάδας, έκαναν την τελική συνάντηση το βράδυ του Μ. Σαββάτου σ’ ένα καλύβι.

Εκεί μάζευαν τα υλικά της κούκλας: ένα μακρύ παντελόνι, ένα σακκάκι, μια νεροκολοκύθα, αρβύλες, γάντια και μια τραγιάσκα. Το άχυρο ήταν τότε άφθονο. Μετά έφευγαν για την Ανάσταση, που γιορταζόταν μέσα σε πανδαιμόνιο κρότων από τις εκρήξεις συχνά αυθεντικού πολεμικού υλικού. Μετά την Κατοχή, μερακλήδες Ασιναίοι εύρισκαν δυναμίτιδες και νάρκες, που τις ξέχωναν, με κίνδυνο της ζωής τους πάντοτε, από τα αντιαρματικά Γερμανοϊταλικά έργα στην παραλία της Πλάκας, για να «λαμπρύνουν» μ’ αυτές την Ανάσταση[2].

Πριν από το λαμπριάτικο τραπέζι του μεσημεριού, οι νεαροί τεχνίτες ετοίμαζαν τον Ιούδα: Παραγέμιζαν το παντελόνι και το σακκάκι με άχυρο και μετά τα συνέδεαν με σύρμα λεπτό ή χοντρό σπάγγο. Τη ραφή την κάλυπταν συνήθως με μια στρατιωτική ζώνη. Ιδιαίτερη λεπτότητα τεχνικής απαιτούσε το κεφάλι του Προδότη.

Συχνά ήταν μια ζωγραφιστή νεροκολοκύθα ή ένα γεμισμένο τόπι που το κάλυπτε μια μάσκα, απομεινάρι της Αποκριάς. Το κεφάλι έπρεπε να προσαρμοσθή κατάλληλα, ώστε να ξεχωρίζη ο λαιμός από τον κορμό. Τα μάτια, η μύτη, τα φρύδια, και το μουστάκι έπρεπε να ζωγραφισθούν παραστατικά, ώστε ν’ αποδίδουν πρόσωπο πολύ πονηρό. Δεν έλειπε και η τραγιάσκα με το γείσο υπερυψωμένο, ώστε να διακρίνεται καθαρά το πρόσωπο του αχάριστου μαθητού.

Τέλος, προσαρμοζόταν στο υπογάστριο ο φαλλός: ένα ξερό κολοκύθι με δυο στρογγυλά «μποτσίκια», σε μεγάλο μέγεθος. Ήταν έτσι έτοιμος ο Ιούδας, γύρω στις 9-10 το πρωί, και ο παλαιότερος μάστορης, που επιστατούσε, έδινε την έγκρισή του για την έξοδο. Τον ανέβαζαν τότε απάνω σ’ ένα κάρρο και τον έστηναν σε μια καρέκλα, όρθιο ή ελαφρά καθιστό. Τελευταία έμπαινε η επιγραφή, καλλιγραφημένη στο στήθος: «Ιούδας ο Προδότης».

Μετά άρχιζε το σεργιάνι μέσα στα σοκάκια του χωριού. Πήγαινε μπροστά το κάρρο με τον Ιούδα  και τους μαστόρους του και ακολουθούσαν τα παιδιά με τροκάνια, σφυρίχτρες, τρακατρούκες και βαρελότα.

Όταν η πομπή είχε πια περάσει απ’ όλα τα σοκάκια, κατέληγε στην «Κόντρα»  μικρό λοφίσκο 100 περίπου μέτρα δυτικά του Αϊ-Δημήτρη – πολιούχου της Ασίνης. Εκεί κρέμαγαν τον Ιούδα πάνω σε μια ξύλινη κρεμάλα, στημένη σε γερή βάση. Η οριζόντια κεραία εξείχε και εκεί δενόταν συχνά ο Προδότης. Το τοπίο με το ικρίωμα θύμιζε τον «Κρανίου τόπον», όπως τον εικόνιζε παραστατικά τοιχογραφία της Σταυρώσεως στη γειτονική εκκλησία του Αϊ-Τρύφωνα.

Το μεσημέρι άφηναν τα παιδιά την Κόντρα και γύριζαν στα σπίτια τους για το τραπέζι της Λαμπρής. Κανείς δεν θα πείραζε το μελλοθάνατο προ της ώρας του. Άλλη όμως ήταν η κατάσταση στα γειτονικά χωριά, που μιμούνταν το έθιμο της Ασίνης: Ένα μεσημέρι του 1953 οι Λευκακιώτες έκλεψαν το στημένο Γιούδα του Τσέλου την ώρα του φαγητού. Ακολούθησε λαμπριάτικος καυγάς ανάμεσα στα δυο χωριά και από τότε οι Τσελιώτες έβριζαν τους Λευκακιώτες «κλεφτογιουδάδες».

Το απόγευμα της Λαμπρής, κατά τις 5, χτυπούσε η καμπάνα της Αγάπης. Ήταν η ώρα της πιο επίσημης εμφανίσεως, ιδιαίτερα των γυναικών. Οι εκτελεστές όμως του Ιούδα δεν πήγαιναν στον Αϊ-Δημήτρη, έμεναν έξω στο προαύλιο – στην «πλακόστρωση» – ή συχνά ανηφόριζαν πάνοπλοι προς την Κόντρα .

Υπήρχε τόση βιασύνη στο εκκλησίασμα για το επικείμενο θέαμα, ώστε παλαιότερα ο παπάς, μετά τον ασπασμό του Ευαγγελίου, έβγαινε κι αυτός από την εκκλησία και διάβαζε την απόλυση στην Κόντρα. Αλλιώς δεν θα έμενε ψυχή ως το τέλος της ακολουθίας. Οι θεατές έπαιρναν ημικυκλική θέση γύρω από το εκτελεστικό απόσπασμα. Πίσω από τον κατάδικο –βοριοδυτικά – απαγορευόταν η κυκλοφορία.

Η εκτέλεση άρχιζε με την καθιερωμένη ανάγνωση της καταδικαστικής αποφάσεως. Κάποιος γραμματιζούμενος Ασιναίος είχε γράψει ένα δεκάρικο λογύδριο, μια – δυο σελίδες, με το αιτιολογικό της καταδίκης: η προδοσία του Χριστού. Αξιοσημείωτο είναι ότι συχνά ταυτιζόταν ο Προδότης με πρόσωπα της επικαιρότητας.

Έτσι τον καιρό της εξεγέρσεως των Κυπρίων κατά των Άγγλων, ο Ιούδας ταυτίστηκε με τον Χάρτιγκ και έφερε στρατιωτική στολή. Τη χρονιά της απριλιανής δικτατορίας, κάποιος φανατικός του νέου καθεστώτος του φόρεσε ημίψηλο πολιτικού φαυλοκράτη και του διάβασε ένα βαρυσήμαντο κείμενο πολιτικής καταδίκης, κάτω από τα επιτιμητικά βλέμματα των τυφεκιοφόρων που βιάζονταν.

Μετά την πτώση της δικτατορίας, κάποιοι νεαροί είχαν προμηθευθή το πουλί της 21ης και ετοιμάζονταν να ντύσουν τον Ιούδα χουντικό, που πρόδωσε την Κύπρο. Οι μεγάλοι όμως, φρόνιμοι και μυαλωμένοι, έκριναν ότι δεν έπρεπε αυτή τη φορά να εκδηλωθή ο Ιούδας πολιτικώς.

Γυρεύεις, τους είπαν, ποιος ξέρει του χρόνου τα γυρίσματα. Θέλετε να σας καλούν στο Τολό, στην αστυνομία; Έτσι ο Ιούδας δεν τουφεκίστηκε ως χουντικός.

Αφού τελείωνε η ανάγνωση της ετυμηγορίας, ο επικεφαλής του αποσπάσματος πρόσταζε: Πυρ! Τότε διμούτσουνες, γκράδες, αργότερα ντουφέκια εγγλέζικα, γερμανικά, ιταλικά, όλα πλιάτσικο και κρυμμένα ως τότε, στις μέρες μας δίκαννα και καραμπίνες εκπυρσοκροτούσαν με μιας. Στόχος όλων το κεφάλι του Προδότη. Ο καλός σκοπευτής σημάδευε τα μάτια και την τραγιάσκα.

Δεν ξεχώριζες όμως τη δεινότητά του μέσα στις ομοβροντίες. Το μένος της χριστιανικής εκδικήσεως ήταν τέτοιο, ώστε, όταν πια διαλυόταν το ανδρείκελο, οι εκτελεστές χτυπούσαν ακράτητοι τα ξύλα της κρεμάλας. Τέλος, μετά από 10-15 λεπτά πυρός ομαδόν, εδίδετο η χαριστική βολή και τα λείψανα του κατάδικου καίγονταν μέσα σε γενική αγαλλίαση.

Οι τυφεκιοφόροι του αγήματος γύριζαν βιαστικά στα σπίτια τους, έβγαζαν την εξάρτυσή τους και έπαιρναν πολεμοφόδια για την επικείμενη μάχη. Το ίδιο έκαναν μικροί και μεγάλοι. Διάλεγαν στρατηγικά σημεία εφόδου στον κεντρικό δρόμο του χωριού, που οδηγεί στο Τολό. Οι φρόνιμοι είχαν βγάλει τα γιορτινά τους και φορούσαν τα «λιάπικα». Είχαν εφοδιασθή με βαρελότα και ρουσιέτες.

Χωρίζονταν σε δυο παρατάξεις, τους πάνω και τους κάτω. Η διαχωριστική γραμμή ήταν στο μέσο του δρόμου, στο σημερινό περίπτερο της Ασίνης. Κρατούσαν απόσταση 80-100 μέτρα. Το σύνθημα της επιθέσεως δινόταν με τις φράσεις:

– Τα μασάτε; έλεγαν οι απάνω.

– Τα μασάμε, απαντούσαν οι κάτω.

Έτσι άρχιζε η σύγκρουση, ανελέητη, με εκσφενδονιζόμενα πυροτεχνήματα. Οι γυναίκες και τα παιδιά παρακολουθούσαν φοβισμένα από τα μπαλκόνια. Όταν ορμούσαν οι αντίπαλοι, τους απομάκρυναν οι άλλοι με πυραυλοφόρες βολές. Για να ‘χουν μεγάλο βεληνεκές οι ρουσιέτες, τις συνέδεαν οι παλαιότεροι μ’ ένα καλαμάκι που έδινε σ’ αυτές μεγάλη ορμή.

Αυτά ήταν τα «σαϊτάρια», τέχνη επιδέξιων μαστόρων της Ασίνης τον καιρό της ακμής του εθίμου. Ο πόλεμος, μέσα σε βροντές, καπνούς, γιουχαΐσματα και βλαστήμιες, με εναλλασσόμενες προελάσεις και οπισθοχωρήσεις, βαστούσε μιαν ώρα περίπου. Μετά εκφυλιζόταν στα σοκάκια. Ήταν πάντοτε πολύ επικίνδυνος. Συχνά το βαρελότο ή το σαϊτάρι χτυπούσε σε ζωντανό στόχο.

Αν εύρισκε την τσέπη του αντιπάλου, όπου φύλαγε τα πυρομαχικά του, εκείνος έπαιρνε φωτιά και καιγόταν. Έτρεχε τότε στην απάνω ή στην κάτω βρύση και προσπαθούσε να σβησθή. Έγιναν πολλά τέτοια ατυχήματα κατά καιρούς και πολλοί τραυματίες κατέφυγαν στα δικαστήρια. Αλλά οι δράστες, αν βρίσκονταν, πρόβαλλαν στερεότυπα την ίδια δικαιολογία:

– Έθιμο παμπάλαιο, κύριε πρόεδρε.

Η κατασκευή των βαρελότων ήταν πάντοτε επικίνδυνο εγχείρημα. Πολλές φορές τύχαινε να πάρουν φωτιά μέσα στο φούρνο, όπου τα έβαζαν να στεγνώσουν. Όχι σπάνια τα εύρισκε στη «λιάστρα» η κατσίκα και μασούσε το εξωτερικό χορτάρι που τα έσφιγγε. Τότε παίρναν φωτιά στο στόμα της. Έτσι μερικοί στο τραπέζι της Λαμπρής έτρωγαν όχι αμνόν σιτευτόν, αλλ’ αναγκαστικά γρια γκιόσα, πρώτο θύμα των πασχαλινών πολεμοφοδίων.

Την ώρα της μάχης η κυκλοφορία στο δρόμο σταματούσε. Αν κανένας οδηγός αυτοκινήτου, στα νεώτερα χρόνια, τολμούσε να περάση τα οχυρά, οι Ασιναίοι ξέσπαγαν στο όχημά του, που βγαίνοντας απ’ το χωριό έφερνε εξωτερικά έκδηλα τα ίχνη της εξ Ασίνης πασχαλινής διελεύσεώς του. Όταν πια είχε σουρουπώσει για καλά, οι αντίπαλοι συμφιλιώνονταν όλοι, κριτίκαραν την τελετή του Ιούδα και γύριζαν κατάκοποι στο βραδυνό τραπέζι.

 

 
Πηγή : argolikivivliothiki.gr

 

 

- Advertisement -